♥ Εκτενέστερη αναδιατύπωση στα Ελληνικά
Κάθε εβδομάδα, χωρίς καμία εξαίρεση, μια νεαρή χήρα περνούσε τη βαριά σιδερένια πύλη του νεκροταφείου για να αποτίσει φόρο τιμής στον αγαπημένο της σύζυγο, που είχε φύγει πρόωρα από τη ζωή. Η παρουσία της εκεί ήταν σχεδόν τελετουργική. Με αργές και προσεκτικές κινήσεις, τακτοποιούσε τα λουλούδια πάνω στον τάφο, απομακρύνοντας ακόμα και το παραμικρό μαραμένο πέταλο. Έπειτα, καθάριζε τη μαρμάρινη ταφόπλακα με φροντίδα και σεβασμό, σαν να ήθελε να διατηρήσει άσπιλη όχι μόνο την πέτρα, αλλά και τη μνήμη του ανθρώπου που αναπαυόταν από κάτω.
Αφού τελείωνε, στεκόταν για λίγα λεπτά ακίνητη, βυθισμένη σε σιωπηλή περισυλλογή. Σε αυτές τις στιγμές, ο κόσμος γύρω της έμοιαζε να σβήνει· ο χρόνος σταματούσε, και το παρόν υποχωρούσε μπροστά στις αναμνήσεις, στον πόνο, αλλά και στην αγάπη που δεν είχε σβήσει.
Για αρκετό καιρό, ένας άντρας την παρατηρούσε από απόσταση. Ήταν κι εκείνος συχ
νός επισκέπτης του νεκροταφείου, ερχόταν για να τιμήσει τους δικούς του ανθρώπους που είχαν φύγει. Η γυναίκα αυτή, όμως, του είχε τραβήξει την προσοχή. Δεν τον συγκινούσε μόνο η αφοσίωση και η τρυφερότητα με την οποία φρόντιζε τον τάφο του συζύγου της, αλλά και μια παράξενη, σχεδόν μυστηριώδης λεπτομέρεια: κάθε φορά που αποχωρούσε, έφευγε ευθυτενής, χωρίς ποτέ να γυρίσει το κεφάλι της πίσω, ούτε για μια φευγαλέα ματιά.
Μια μέρα, η περιέργεια νίκησε τη συστολή του. Όταν η χήρα ολοκλήρωσε το καθιερωμένο της τελετουργικό και ετοιμάστηκε να φύγει, εκείνος την πλησίασε διστακτικά, με εμφανή σεβασμό.
«Συγχωρέστε με για την αδιακρισία μου, κυρία», της είπε με ήρεμη φωνή. «Έχω παρατηρήσει την αφοσίωση με την οποία φροντίζετε τον τάφο του συζύγου σας. Είναι πραγματικά συγκινητικό… Όμως, αν μου επιτρέπετε, υπάρχει κάτι που πάντα με προβλημάτιζε: γιατί δεν γυρίζετε ποτέ να κοιτάξετε πίσω όταν φεύγετε;»
Η απάντηση που ακολούθησε ήταν τόσο απρόσμενη και αιχμηρή, που τον άφησε κυριολεκτικά άφωνο.
Η χήρα σήκωσε κομψά το φρύδι της, τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και ένα ανεπαίσθητο, παι

χνιδιάρικο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
«Α, κύριε… βλέπετε», είπε με ήρεμο τόνο, «ο άντρας μου συνήθιζε να λέει πως τα οπίσθιά μου ήταν τόσο όμορφα και αισθησιακά, που θα μπορούσαν να αναστήσουν ακόμη και νεκρούς…»
Σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν στον αέρα, και έπειτα πρόσθεσε με μια δόση σκανταλιάς:
«Και ειλικρινά, δεν θα ήθελα να πάρω αυτό το ρίσκο».
Ο άντρας έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος, προσπαθώντας να επεξεργαστεί όσα μόλις είχε ακούσει. Ύστερα, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και ξέσπασε σε γέλια. Η χήρα τον κοίταξε με ένα ζωηρό, σχεδόν ανέμελο γέλιο, και χωρίς να αλλάξει καθόλου τη συνήθειά της, απομακρύνθηκε με χάρη, αφήνοντάς τον πίσω έκπληκτο, χαμογελαστό και με μια ιστορία που σίγουρα δεν θα ξεχνούσε ποτέ.